ξεπηδώ

ξεπηδώ
ξεπηδάω αμετ.
1) выскакивать; 2) перен. подниматься, вырастать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "ξεπηδώ" в других словарях:

  • ξεπηδώ — ξεπηδάω / ξεπηδώ, ξεπήδησα βλ. πίν. 58 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ξεπηδώ — άω 1. εμφανίζομαι ξαφνικά 2. (για νερό) αναβλύζω 3. παθ. ξεπηδιέμαι είμαι διαβατός με άλμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἐκ πηδῶ (αόρ. ἐξ επήδησα), βλ. και λ. ξ(ε) ] …   Dictionary of Greek

  • ξεπηδώ — ξεπήδησα και ξεπήδηξα, παρουσιάζομαι ξαφνικά: Στα χίλια μέτρα ξεπήδησε το πετρέλαιο από τη γη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άλλομαι — ἅλλομαι (Α) 1. (για έμψυχα και άψυχα) αναπηδώ, σκιρτώ, τινάζομαι 2. υπερβαίνω, υπερπηδώ 3. (για ήχο) ξεπηδώ, αντηχώ 4. (για μέλη τού ανθρώπινου σώματος) πάλλομαι, τρέμω 5. φρ. «ἅλλομαι ἐπί τινι», εφορμώ, επιτίθεμαι εναντίον κάποιου 6. στη… …   Dictionary of Greek

  • ανέρπω — ἀνέρπω (Α) 1. ανεβαίνω έρποντας, σκαρφαλώνω 2. ξεπηδώ, αναβλύζω …   Dictionary of Greek

  • ανακηκίω — ἀνακηκίω (Α) 1. αναβλύζω, ξεπηδώ 2. κοχλάζω, αναβράζω 3. κάνω κάτι να αναβλύσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + κηκίω «αναβλύζω, κοχλάζω»] …   Dictionary of Greek

  • ξ(ε)- — (Μ ξ[ε] ) αχώριστο μόριο ρημάτων (προρρηματικό) που επεκτάθηκε και σε ουσιαστικά. Προήλθε από την πρόθεση ἐκ / ἐξ. Η μορφή ξ ερμηνεύεται από ρ. συνθ. με την πρόθεση έξ, με σίγηση τού αρκτικού ε (πρβλ. ξανοίγω < ἐξ ανοίγω, ξαρματώνω < ἐξ… …   Dictionary of Greek

  • ξεπήδημα — το [ξεπηδώ] 1. το προς τα έξω και επάνω πήδημα 2. (για νερό) ανάβλυση 3. ξαφνική εμφάνιση …   Dictionary of Greek

  • πηγάζω — ΝΜΑ [πηγή] 1. (για νερό και άλλα ρευστά) αναβρύζω, αναβλύζω, ξεπηδώ 2. μτφ. εκπηγάζω, προέρχομαι, απορρέω (α. «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό» β. «διὰ γυναικὸς πηγάζει τὰ κρείττονα», Κασσ. γ. «ζωὴ μὲν ἐκ Θεοῡ πηγάζουσα, διὰ δὲ τοῡ Υἱοῡ… …   Dictionary of Greek

  • πιδύω — Α αναβλύζω, βγαίνω, ξεπηδώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < πῖδαξ, μέσω αμάρτυρου *πῖδυς (βλ. πίδακας)] …   Dictionary of Greek

  • πιδώ — άω, Α (δ. τ. τού πιδύω) αναβλύζω, ξεπηδώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < πῖδαξ, μέσω αμάρτυρου τ. *πίδη ή *πῖδος (βλ. πίδακας)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»